Ο Δημήτρης Χορν υπήρξε μία από τις πιο λαμπρές και ξεχωριστές μορφές του ελληνικού θεάτρου και κινηματογράφου του 20ού αιώνα. Το όνομά του ταυτίστηκε με το μεγάλο του ταλέντο στην υποκριτική, την αριστοκρατική σκηνική παρουσία και έναν ιδιαίτερο συνδυασμό ευαισθησίας, χιούμορ και εσωτερικότητας, που τον κατέστησαν μοναδικό στο είδος του. Παρότι η κινηματογραφική του παρουσία ήταν σχετικά περιορισμένη, η επιρροή του στην ελληνική καλλιτεχνική ζωή υπήρξε βαθιά και διαχρονική.
Γεννήθηκε στην Αθήνα στις 9 μαρτίου του 1921 και ήταν γιος του γνωστού θεατρικού συγγραφέα Παντελή Χορν, γεγονός που τον έφερε από νωρίς σε επαφή με τον κόσμο του θεάτρου. Το οικογενειακό περιβάλλον, γεμάτο πνευματικά ερεθίσματα, συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση της καλλιτεχνικής του προσωπικότητας. Γράφτηκε στη Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου, όπου και ξεχώρισε για το ταλέντο και τη διαφορετικότητά του.
Το θεατρικό του ντεμπούτο πραγματοποιήθηκε στα χρόνια της Κατοχής, σε μια εξαιρετικά δύσκολη περίοδο για τη χώρα και τον πολιτισμό. Παρ’ όλα αυτά, ο Χορν κατόρθωσε γρήγορα να επιβληθεί ως πρωταγωνιστής, συνεργαζόμενος με κορυφαίους θιάσους και σκηνοθέτες. Ερμήνευσε με επιτυχία ρόλους από το κλασικό και το σύγχρονο ρεπερτόριο, τόσο στο ελληνικό όσο και στο διεθνές θέατρο, αποδεικνύοντας τη μεγάλη του εκφραστική γκάμα και τη βαθιά κατανόηση των χαρακτήρων που υποδυόταν.
Ιδιαίτερη θέση στη ζωή και την καριέρα του κατέχει η συνεργασία και η προσωπική του σχέση με την Έλλη Λαμπέτη. Μαζί αποτέλεσαν ένα από τα πιο εμβληματικά καλλιτεχνικά ζευγάρια του ελληνικού θεάτρου, με παραστάσεις που άφησαν εποχή.
Στον κινηματογράφο, ο Δημήτρης Χορν εμφανίστηκε σε λίγες αλλά εξαιρετικά σημαντικές ταινίες, όπως «Κάλπικη Λίρα», «Μια Ζωή την Έχουμε» και «Αλίμονο στους Νέους». Οι ερμηνείες του χαρακτηρίζονται από λεπτότητα, ειρωνεία και εσωτερικό βάθος, αποφεύγοντας κάθε υπερβολή.
Για την προσφορά του τιμήθηκε από την ελληνική πολιτεία με το μετάλλιο του Χρυσού Σταυρού Γεωργίου Α΄.
Τα τελευταία χρόνια της ζωής του ταλαιπωρήθηκε από σοβαρά προβλήματα υγείας, τα οποία τον απομάκρυναν σταδιακά από τη σκηνή. Πέθανε στις 16 ιανουαρίου του 1998, αφήνοντας πίσω του έναν μύθο που ξεπερνά την απλή καταγραφή ρόλων και παραστάσεων. Ο Δημήτρης Χορν παραμένει σύμβολο ποιότητας, ήθους και καλλιτεχνικής ευγένειας, ένας ηθοποιός που υπηρέτησε την τέχνη του με απόλυτη αφοσίωση και σπάνια αξιοπρέπεια.
Το 2000 καθιερώθηκε στη μνήμη του το Βραβείο Δημήτρης Χορν, το οποίο απονέμεται στους καλύτερους πρωτοεμφανιζόμενους άνδρες ηθοποιούς κάθε χρονιάς.
Τα πιο διάσημα αποφθέγματα του Δημήτρη Χορν:
Μη φοβάσαι το τρακ. Πηγαίνει πάντα εκεί, όπου υπάρχει ταλέντο.
Δεν αρκεί να θέλεις κάτι. Πρέπει να είσαι και έτοιμος να παλέψεις γι' αυτό.
Η Ελλάδα ποτέ δεν πεθαίνει. Συνεχώς ξεψυχάει.
Ποτέ δεν έπαψα να πιστεύω ότι ήταν λάθος μου να γίνω ηθοποιός.
Η τέχνη είναι μια μορφή εξουσίας του αισθήματος, ενώ η πολιτική είναι η εξουσία της ψυχρής λογικής.
Η επιτυχία είναι εξίσου δύσκολη να τη χειριστείς, με την αποτυχία.
Δεν είναι κακό να βασανίζεσαι. Κακό είναι να βαριέσαι.