Ο Φεντερίκο Φελίνι δεν ήταν απλώς ένας σκηνοθέτης, ήταν ένας αρχιτέκτονας ονείρων, ένας «ταχυδακτυλουργός» της μεγάλης οθόνης που κατάφερε να μετατρέψει την προσωπική του μνήμη και τη φαντασία του σε μια παγκόσμια κινηματογραφική γλώσσα. Θεωρείται ένας από τους πιο επιδραστικούς δημιουργούς στην ιστορία του κινηματογράφου, έχοντας τιμηθεί με πέντε Academy Awards.
Τα πρώτα χρόνια
Γεννημένος στο Ρίμινι της Ιταλίας (20 Ιανουαρίου του 1920), ο Φελίνι έδειξε από νωρίς μια κλίση προς τις τέχνες. Στα νεανικά του χρόνια εργάστηκε ως σκιτσογράφος και δημοσιογράφος, στοιχεία που επηρέασαν καθοριστικά την αισθητική του: η ικανότητά του να παρατηρεί τις «καρικατούρες» της πραγματικότητας και να υπερτονίζει τα χαρακτηριστικά των ανθρώπων έγινε σήμα κατατεθέν του. Η μετακόμισή του στη Ρώμη το 1939 σφράγισε τη μοίρα του, καθώς η αιώνια πόλη έγινε το μόνιμο σκηνικό των δημιουργιών του.
Από τον Νεορεαλισμό στον «Φελινισμό»
Η καριέρα του ξεκίνησε στη σκιά του ιταλικού νεορεαλισμού, συνεργαζόμενος με τον Ρομπέρτο Ροσελίνι στο σενάριο της ταινίας Roma città aperta. Ωστόσο, ο Φελίνι σύντομα ένιωσε ότι η στεγνή αναπαράσταση της πραγματικότητας τον περιόριζε. Με την ταινία La Strada (1954), η οποία του χάρισε το πρώτο του Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας, άρχισε να εισάγει λυρικά και μεταφυσικά στοιχεία, χρησιμοποιώντας τη σύζυγο και μούσα του, Τζουλιέτα Μασίνα, ως το πρόσωπο της αθωότητας σε έναν σκληρό κόσμο.
Η απόλυτη τομή ήρθε το 1960 με το La Dolce Vita (Γλυκιά Ζωή). Η ταινία προκάλεσε σκάνδαλο, αφορίστηκε από την Εκκλησία, αλλά καθιέρωσε τον όρο «παπαράτσι» και αποτύπωσε την κενότητα της σύγχρονης κοινωνίας. Από εκείνο το σημείο και μετά, ο Φελίνι εγκατέλειψε οριστικά τη γραμμική αφήγηση.
Το 8½ και η κυριαρχία του υποσυνείδητου
Αν υπάρχει μια ταινία που συμπυκνώνει την ιδιοφυΐα του, αυτή είναι το 8½ (1963). Πρόκειται για μια αυτοαναφορική σπουδή πάνω στη δημιουργική κρίση ενός σκηνοθέτη (τον οποίο υποδύεται ο εμβληματικός Μαρτσέλο Μαστρογιάννι). Εδώ, το όνειρο, η ανάμνηση και η πραγματικότητα πλέκονται αδιάσπαστα. Ο Φελίνι εισάγει τον θεατή στο «τσίρκο» του μυαλού του, γεμάτο πληθωρικές γυναίκες, θρησκευτικά σύμβολα και σουρεαλιστικές εικόνες.
Η κληρονομιά του
Στις επόμενες δεκαετίες, με έργα όπως το Amarcord (1973), ο Φελίνι επέστρεψε στις αναμνήσεις της παιδικής του ηλικίας, μεταμορφώνοντας το παρελθόν σε έναν νοσταλγικό θίασο. Ο όρος «Φελινικός» (Felliniesque) εντάχθηκε στα λεξικά για να περιγράψει οτιδήποτε συνδυάζει το παράδοξο με το μπαρόκ, το γκροτέσκο με το τρυφερό.
Ο Φελίνι δεν ενδιαφερόταν για την αντικειμενική αλήθεια. Όπως έλεγε και ο ίδιος:
«Ο κινηματογράφος είναι ένας παλιός τρόπος να λες ψέματα, που όμως οδηγεί σε μια βαθύτερη αλήθεια».
Διακρίσεις
Το 1954 κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Φεστιβάλ της Βενετίας και το 1960 τον Χρυσό Φοίνικα στο Φεστιβάλ των Καννών. Το 1956, το 1961 και το 1974 κέρδισε το βραβείο της Ένωσης Κριτικών της Νέας Υόρκης. Πήρε τέσσερις φορές, το Όσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας: το 1956 για το Λα Στράντα, το 1957 για το Οι νύχτες της Καμπίρια, το 1963 για το 8 ½ και το 1974 για το Θυμάμαι και προτάθηκε τέσσερις φορές για Όσκαρ Σκηνοθεσίας για τις ταινίες: Γλυκιά ζωή το 1961, 8 ½ το 1963, Σατυρικόν το 1970 και Αμαρκόρντ το 1975.
Το 1993 η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου του απένειμε Τιμητικό Όσκαρ για το σύνολο του έργου του. Λίγους μήνες μετά (31 Οκτωβρίου 1993) έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας πίσω του έναν κόσμο όπου η φαντασία δεν έχει όρια και η ζωή είναι μια ατελείωτη παρέλαση υπό τους ήχους της μουσικής του Νίνο Ρότα.
Τα πιο διάσημα αποφθέγματα του Φεντερίκο Φελίνι:
Μικρός πίστευα ότι δεν θα μεγαλώσω ποτέ, και κατά βάθος είχα δίκιο.
Κάθε γλώσσα βλέπει τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο.
Είναι πιο εύκολο να είσαι πιστός σε ένα εστιατόριο παρά σε μια γυναίκα.
Δεν υπάρχει τέλος. Δεν υπάρχει αρχή. Υπάρχει μόνο ένα ατέλειωτο πάθος για ζωή.
Εμπειρία είναι αυτό που παίρνεις όσο ψάχνεις για κάτι άλλο.
Όσοι είναι πάντα συνεπείς, είναι ύποπτοι.
Μη μου λέτε τι κάνω. Δεν θέλω να ξέρω.
Ρώμη: ένα απέραντο νεκροταφείο που σφύζει από ζωή.
Σε κάποιο βαθμό όλα είναι ρεαλιστικά. Δεν υπάρχουν σύνορα ανάμεσα στη φαντασία και στο πραγματικό.
Η λογοκρισία είναι διαφήμιση πληρωμένη από το κράτος.