Και οι λέξεις φλέβες είναι. Μέσα τους αίμα κυλάει.
Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις - εκεί που πάει να σκύψει με το σουγιά στο κόκαλο, με το λουρί στο σβέρκο, να τη, πετιέται αποξαρχής κι αντρειεύει και θεριεύει και καμακώνει το θεριό με το καμάκι του ήλιου
Ετούτος δω ο λαός δε γονατίζει παρά μονάχα μπροστά στους νεκρούς του.
Να είμαστε έτοιμοι. Κάθε ώρα είναι η δική μας ώρα.
Κάποτε, από μια σύμπτωση, βρίσκουν οι λέξεις το άλλο νόημά τους.
Εμείς δεν ξέρουμε τι είναι η ομίχλη. Εμείς που λες όλα τα φτιάχνουμε στο φως.
Ίσως εκεί που κάποιος αντιστέκεται χωρίς ελπίδα, ίσως εκεί να αρχίζει η ανθρώπινη ιστορία, που λέμε, κι η ομορφιά του ανθρώπου.
Κάποτε θ' ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα.
Έχεις ακόμη να κλάψεις πολύ ώσπου να μάθεις τον κόσμο να γελάει.
Το ξέρω πως καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα. Μονάχος στην δόξα και στο θάνατο. Το ξέρω. Το δοκίμασα.